Του Γιώργου Θεοχαρίδη*

Η πρώτη πολυαναμενόμενη αναβάθμιση της κυπριακής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης για αυτό το Φθινόπωρο έφτασε επιτέλους με την πρόσφατη αναβάθμιση από τον οίκο Standard & Poor's (S&P) κατά μία βαθμίδα, από ΒΒ- σε ΒΒ.

Τώρα, σύμφωνα με την κλίμακα αξιολόγησης, είμαστε μόνο δύο βαθμίδες μακριά από το επίπεδο και την αγορά του επενδυτικού βαθμού (Investment Grade - IG), που είναι πολύ μακριά από τις αξιολογήσεις που είχαμε πίσω στο έτος 2013, κατά τη διάρκεια της τραπεζικής κρίσης, που ήταν CCC+, πέντε βαθμίδες κάτω από την τελευταία αξιολόγηση.

Είμαστε ακόμα μέρος του τομέα "σκουπίδια - junk", (υψηλής απόδοσης), αλλά αν τα πράγματα πάνε καλά ή όπως έχει προγραμματιστεί, τότε κατά τη διάρκεια του 2017 θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε πίσω στο "κλαμπ των ελίτ" χωρών που ανήκουν στην αγορά του επενδυτικού βαθμού.

Αναμένω επίσης ότι οι άλλοι δύο σημαντικοί οίκοι αξιολόγησης, οι Moody's  και οι Fitch, θα προβούν σε αναβάθμιση της χώρας μας σύντομα. Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση από τον οίκο Moody's βρίσκεται στην βαθμίδα Β1 (4 βαθμίδες μακριά από την αγορά επενδυτικού βαθμού IG), ενώ από τον οίκο Fitch στην Β+ (και πάλι 4 βαθμίδες μακριά από την αγορά επενδυτικού βαθμού IG). 

Γιατί έγινε η τελευταία αναβάθμιση;
Αν ρίξουμε μια ματιά στο πρόσφατο ιστορικό των αξιολογήσεων, θα δούμε ότι η Κύπρος εντάχθηκε για πρώτη φορά στην βαθμίδα της αγοράς υψηλού κινδύνου "junk" στις 13 Ιανουαρίου του 2012 με την υποβάθμιση από τον οίκο S&P. Κατά την διάρκεια των μηνών που ακολούθησαν, μας υποβάθμισαν στον τομέα "junk" και οι υπόλοιποι από τους κύριους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. 

Περαιτέρω υποβαθμίσεις έχουν λάβει χώρα μέχρι το 2013, χρονιά κατά την οποία σταθεροποιήσαμε την οικονομική κατάσταση και αρχίσαμε να παίρνουμε σταδιακές αναβαθμίσεις. Γιατί τότε πήραμε την πιο πρόσφατη αναβάθμιση; Σύμφωνα με τον οίκο S&P, λοιπόν, ο λόγος για τον οποίο έγινε η αναβάθμιση είναι η βελτίωση της γενικής οικονομικής κατάστασης της χώρας.

Ο πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης θα είναι υψηλότερος από ό,τι αναμενόταν αρχικά,  αφού αναμένεται να είναι στο 2.7% για το τρέχον έτος, και προβλέπεται γύρω στο 2.5% για την περίοδο 2017 - 2019, ενώ ο προϋπολογισμός θα είναι ισοσκελισμένος ή ακόμη και με ένα πλεόνασμα κατά τα επόμενα χρόνια, και αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένα επίπεδα δημόσιου χρέους. Επιπλέον, το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί σε επίπεδα κάτω από το 12% έως το 2018, εξέλιξη που αναμένεται να συμβάλει στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και της ιδιωτικής κατανάλωσης. 

Όσον αφορά στον τραπεζικό τομέα, η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί, και παρά το ότι το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) εξακολουθεί να είναι πολύ ψηλό, αυτό μειώνεται σταδιακά μέσα από τη διαδικασία αναδιάρθρωσης των δανείων. Θα αναμένουμε περαιτέρω αναβαθμίσεις στο μέλλον εφόσον επιταχυνθεί ο ρυθμός μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η κυβέρνηση προχωρήσει με την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (στη δημόσια υπηρεσία, στο σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, των ιδιωτικοποιήσεων και λοιπά). Ενώ, εξάλλου, μια πιθανή λύση του Κυπριακού προβλήματος και επανένωση του νησιού θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιτάχυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, παρά τις αρχικές προκλήσεις που θα προκύψουν. 

Θα ήθελα, όμως,  να προσθέσω ότι άλλος ένας λόγος για την παρούσα αναβάθμιση είναι και η σωστή απόφαση που έλαβε η κυβέρνηση για την δοκιμή των αγορών αμέσως μετά την έξοδο μας από το Μνημόνιο Συναντίληψης τον περασμένο Ιούνιο με μια επιτυχή έκδοση επταετούς κρατικού ομολόγου. Στην περίπτωση αυτή, με την αναβάθμιση ο οίκος S&P ακολούθησε την αγορά. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι οίκοι αξιολόγησης ακολουθούν την αγορά, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι αγορές μας δείχνουν το δρόμο.

Είναι σημαντικές οι αναβαθμίσεις και η επιστροφή στις αγορές;
Η απάντηση είναι πολύ απλά "μάλιστα". Ένας προφανής λόγος είναι το γεγονός ότι ένας αξιόπιστος και σημαντικός οργανισμός έχει δώσει ψήφο εμπιστοσύνης για την οικονομία της Κύπρου. Αυτές οι αναβαθμίσεις μπορεί να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη για την αύξηση των επενδύσεων στο νησί, είτε πρόκειται για την αγορά δημόσιου χρέους είτε για επενδύσεις σε ιδιωτικά έργα.

Μια αναβάθμιση σημαίνει μικρότερο κίνδυνο για τους επενδυτές, και, κατά συνέπεια, αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τη χώρα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του επιπέδου του δημόσιου χρέους. Αυτή τη στιγμή, η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου που λήγει το Νοέμβριο του 2025 είναι στο 3.6%, το οποίο βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αλλά υπάρχει περιθώριο για μια μεγάλη βελτίωση, αφού, για παράδειγμα, τα δεκαετή ομόλογα της Γερμανίας με αξιολόγηση στη βαθμίδα ΑΑΑ έχουν απόδοση 0% !, ενώ το πενταετές ομόλογο έχει ετήσια απόδοση -0.5%!.

Η επιστροφή στην αγορά επενδυτικού βαθμού θα προσφέρει επίσης το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι η Κύπρος θα ανήκει στο "κλαμπ των ελίτ" χωρών που είναι αξιολογημένες στην επενδυτική βαθμίδα, γεγονός που αυξάνει την δεξαμενή των υποψήφιων επενδυτών, ενώ ταυτόχρονα μας δίνει την ευκαιρία να επιστρέψουμε πίσω στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (Quantitative Easing - QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). H συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα επίπεδα ρευστότητας στην εγχώρια αγορά, ενώ θα υπάρξει περαιτέρω πίεση προς τα κάτω στην απόδοση των κρατικών μας ομολόγων.

Καταλήγοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτές οι αναβαθμίσεις, και η επιστροφή στην αγορά των χωρών που είναι αξιολογημένες στην βαθμίδα επενδυτικού βαθμού είναι μεν αναγκαίες, αλλά όχι απαραίτητα αρκετές, αν θέλουμε τελικά να πούμε ότι έχουμε αφήσει την οικονομική κρίση για τα καλά και εξ ολοκλήρου πίσω μας.

*Ο συγγραφέας του άρθρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Cyprus International Institute of Management (CIIM) και Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος στις Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες.