της Therese Raphael

Δεν προκαλεί εντύπωση που δεν συνομιλούν ποτέ: Ο ένας φοράει κομψά χειροποίητα κουστούμια από ιταλικό μαλλί, ο άλλος είναι τόσο εκτός μόδας που η αμφίεση του – τραγιάσκα, αταίριαστα κοστούμια και οτιδήποτε σε μπεζ χρώμα – προκάλεσε την κριτική της βρετανικής Vogue. Το Islington, η εκλογική περιφέρεια του ηγέτη των Εργατικών Jeremy Corbyn, βρίσκεται στο κατώφλι του City του Λονδίνου, την χρηματοπιστωτική καρδιά της Βρετανίας. Οι δύο γείτονες έχουν ελάχιστα κοινά, όμως αυτό θα πρέπει να αλλάξει. 

Το περασμένο καλοκαίρι (και το προ-προηγούμενο) ο Corbyn αγωνιζόταν να κρατήσει τη θέση του ως επικεφαλής του κόμματος. Σήμερα, ο ηγέτης των Εργατικών της Βρετανίας δεν είναι δημοφιλής μόνο μεταξύ των ακροαριστερών του κόμματός του, αλλά επίσης αποκτά απήχηση και στις μεσαίες τάξεις της Βρετανίας, σε μία εποχή που οι Tories φαίνεται να στερούνται μίας πραγματικής ηγεσίας, μίας συντονισμένης στάσης ως προς το Brexit, ακόμη και μίας οργανωμένης ιδέας ως κόμμα. Και αυτό το καλοκαίρι ο Corbyn το περνάει σε ρυθμούς προεκλογικής εκστρατείας, ταξιδεύοντας στη χώρα για να προσελκύσει αναποφάσιστους ψηφοφόρους. 

Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι το City του Λονδίνου, ένα από τα κυρίαρχα χρηματοπιστωτικά κέντρα του κόσμου, έχει περισσότερα να ανησυχεί πέρα από το Brexit. Ξαφνικά ένας πολιτικός ηγέτης, ο οποίος δεν έδειξε κάποια φανερή δίψα για πραγματική εξουσία – εδώ και καιρό φαινόταν ικανοποιημένος με το να αποτελεί το "αγκάθι” στα μετόπισθεν της κυβέρνησης – διεκδικεί τη νίκη. To City, δεν μπορεί να αγνοήσει την προοπτική μίας κυβέρνησης Corbyn, όσο μακρινό κι αν φαίνεται σήμερα αυτό το ενδεχόμενο. 

Ο Corbyn έχει υπάρξει απολύτως ξεκάθαρος ότι θεωρεί τον χρηματοπιστωτικό τομέα δυσανάλογα ισχυρό και έχει υποσχεθεί ότι θα καταστήσει υπόλογους τους υπεύθυνους για την χρηματοπιστωτική κρίση. Εκτός από τις φορολογικές αυξήσεις και τις εθνικοποιήσεις και διάφορα άλλα σχέδια για τις δαπάνες, σχεδιάζει μία ρυθμιστική μεταρρύθμιση η οποία θα θέσει σε ισχύ "μία ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της επενδυτικής και της λιανικής τραπεζικής”. 

Ενδεχομένως το πιο ανησυχητικό για έναν τομέα που αποτελεί σημαντικό παίκτη παγκοσμίως στις συναλλαγές παραγώγων και άλλων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, είναι η πρόθεσή του να επιβάλει ένα φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Αυτό αποτελεί το επίκεντρο της θεμελιώδους δυσπιστίας του Corbyn στο City και της πεποίθησής του ότι η Βρετανία χρειάζεται να βρει ένα σημείο ισορροπίας μακριά από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. 

Η πρόταση για την επιβολή του λεγόμενου φόρου "Ρομπέν των Δασών”, αποτελεί ένα μακροχρόνιο σχέδιο του σκιώδους υπουργού Οικονομικών των Εργατικών, John McDonnell, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα θα αναλάβει τη δεύτερη ισχυρότερη θέση στη χώρα, σε μία κυβέρνηση Εργατικών. Ο McDonnell, πρόσφατα πήγε στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου ζητώντας feedback αναφορικά με τις προτάσεις των τραπεζών Θα πρέπει να το δώσουν. 


Ωστόσο ο φόρος "Ρομπέν των Δασών”, δεν αποτελεί εφεύρεση των Εργατικών, υπάρχει ως ιδέα από το τότε που το πρότεινε ο John Maynard Keynes. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως επί το πλείστον έχει βάλει στο συρτάρι την εξαετή προσπάθεια για την επιβολή ενός τέτοιου φόρου, καθώς δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την υποστήριξη αρκετών κρατών (μετά το Brexit, η ιδέα δεν φαίνεται πλέον ελκυστική στους βασικούς υποστηρικτές της, τη Γαλλία και τη Γερμανία, οι οποίες επιθυμούν να προσελκύσουν θέσεις εργασίας από τον τραπεζικό τομέα της Μεγάλης Βρετανίας). Η Βρετανία έχει ήδη επιβάλει έναν φόρο, γνωστός ως "τέλος χαρτοσήμου”, στις αγορές και διαπραγματεύσεις μετοχών. Οι Εργατικοί θέλουν να τον επεκτείνουν στα ομόλογα και τα παράγωγα – 0,5% επί της αξίας των συναλλαγών – και ισχυρίζονται ότι θα αντλήσουν 26 δισ. στερλίνες κατά τη διάρκεια της πενταετούς κοινοβουλευτικής θητείας και επίσης θα περιορίσουν τις κερδοσκοπικές συναλλαγές. 

Παρότι ο φόρος έχει υψηλόβαθμους υποστηρικτές και μία σειρά χωρών τον έχει εφαρμόσει με τη μία ή την άλλη μορφή, οι αποδείξεις ότι θα επιτύχει οποιονδήποτε από τους στόχους του, παραμένουν ανεπαρκείς. Υπάρχουν ανησυχίες ότι θα περιορίσει τη ρευστότητα της αγοράς, αλλά όχι την αστάθεια και ότι θα πλήξει την ανάπτυξη, θα καταστρέψει θέσεις εργασίας και θα αυξήσει το κόστος για τους απλούς ανθρώπους. 

Έρευνα της Κεντρικής Τράπεζας της Δανίας που εξετάζει την ιδέα της Ε.Ε., καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη χωρίς να μειώσει τη μεταβλητότητα. Μία μελέτη που εξετάζει πτυχές του φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών της Γαλλίας σημειώνει ότι ο φόρος περιορίζει σε πολύ μικρό βαθμό τις συναλλαγές υψηλής συχνότητας (που θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό κερδοσκοπικές και αποτελούν βασικό στόχο του φόρου των Εργατικών), αλλά "επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη ρευστότητα της αγοράς, αυξάνει την μεταβλητότητα και επιδεινώνει την αποτελεσματικότητα της αγοράς”.
 
Η εμπειρία της Σουηδίας επίσης υποδηλώνει ότι το ζήτημα πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή. Η σκανδιναβική χώρα εισήγαγε το 1984 έναν φόρο επί των συναλλαγών και το 1986 διπλασίασε τον συντελεστή του 0,5% για τις αγορές και πωλήσεις μετοχών προκειμένου να καλύψει τα δικαιώματα προαίρεσης μετοχών και τις μετατρέψιμες ομολογίες. Ο μέσος τζίρος στο χρηματιστήριο της Στοκχόλμης μειώθηκε κατά 30%. Έως το 1990 πάνω από τις μισές συναλλαγές σουηδικών μετοχών μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο, όπως έγραψε στους Financial Times το 2013 o Magnus Wiberg, πρώην οικονομολόγος στο υπουργείο Οικονομικών και την Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας. 

Παρόλα αυτά, για τον Corbyn, οτιδήποτε συρρικνώνει το μέγεθος του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως έχει κάνει ήδη το Brexit, είναι θετικό, όχι αρνητικό. Η φορολόγηση των συναλλαγών χαίρει επίσης μίας ενστικτώδους αποδοχής από τον κόσμο, όπως την ονόμασε ο Kenneth Rogoff, πρώην οικονομολόγος του ΔΝΤ, που είχε ταχθεί εναντίον. Μία δημοσκόπηση του 2011 έδειξε ευρεία υποστήριξη ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Ο Corbyn γνωρίζει σε ποιους απευθύνεται. 

Το επιχείρημα του Corbyn για ένα νέο σημείο ισορροπίας δεν είναι λάθος, είναι κάτι που υποστηρίζουν και οι Tories. Αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει με την προσέλκυση κεφαλαίων σε άλλους τομείς και την ενθάρρυνση της καινοτομίας και των επενδύσεων – όχι με τον παροπλισμό ενός από τους πιο επιτυχημένους τομείς της χώρας, παγκοσμίως. Και σε μία εποχή που η Βρετανία έχει συρρικνωθεί σε μέγεθος λόγω Brexit, ο περαιτέρω αυτοτραυματισμός της θα είναι σκληρός. Αυτό είναι ένα επιχείρημα το οποίο το City θα πρέπει να εκφράσει στον Corbyn και στο ευρύτερο κοινό. 

Εάν τελικά βρεθεί επικεφαλής της κυβέρνησης, ο Corbyn δεν θα είναι τόσο φιλικός με το City, όπως ήταν κάποτε ο Tony Blair, αλλά δεν είναι και τόσο αδιαπέραστος σε αντεπιχειρήματα ή τόσο αρνητικός στην αλλαγή όπως πιστεύουν πολλοί: έχει δείξει πραγματισμό σε θέματα πολιτικής όταν έχει κληθεί να το κάνει. Εξάλλου ο μη φιλικός γείτονας του City, είναι πολιτικός. Ήρθε η ώρα να συνομιλήσουν.