"Πραγματικά λυπούμαι που εδώ και τέσσερις μήνες απασχολούμε την κοινή γνώμη και χθες για τέσσερις ώρες συζητούσαμε στη Βουλή ένα ανύπαρκτο ζήτημα για την απόσπαση" ανέφερε ο υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης σε σχέση με το ζήτημα της απόσπασης της Σάβιας Ορφανίδου στην ΕΤΕπ.

Μιλώντας στο κρατικό ραδιόφωνο και ερωτηθείς για το συγκεκριμένο ζήτημα με αφορμή τη δημοσίευση της ολοκληρωμένης έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε: "Υπάρχουν δύο πτυχές αυτού του θέματος. Η μία είναι πραγματικά ανύπαρκτη και πραγματικά λυπούμαι που εδώ και τέσσερις μήνες απασχολούμε την κοινή γνώμη και χθες για τέσσερις ώρες συζητούσαμε στη Βουλή ένα ανύπαρκτο ζήτημα για την απόσπαση. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα δήλωσε σε απάντησή της προς τα μέσα ενημέρωσης ότι όλα έγιναν με βάση τις διαδικασίες και τους κανονισμούς. Ακούστηκαν και διάφορα αστήρικτα περί σύγκρουσης συμφερόντων για διαπραγμάτευση δανείου (που δεν υπήρχε καν δάνειο να διαπραγματευτεί κάποιος) και περί φοροδιαφυγής, τα οποία είναι όλα αστήρικτα".

Σε ερώτηση κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κοινοποίησε το ενδιαφέρον της για κάποιο λειτουργό από το Υπουργείο για να εργαστεί στην τράπεζα και ήθελε μόνο την κα Σάβια Ορφανίδου, ο Υπουργός Οικονομικών απάντησε: "Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Δεν ήρθαν από το πουθενά να ζητήσουν αυτή τη συγκεκριμένη λειτουργό. Η τράπεζα δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της ότι δέχεται εκδήλωση ενδιαφέροντος από όλα τα κράτη μέλη και για έκτακτες αποσπάσεις για ένα-δύο χρόνια για απόκτηση εμπειρίας και ενίσχυση της συνεργασίας. Η συγκεκριμένη λειτουργός διάβασε αυτή την ανακοίνωση, υπέβαλε αίτηση/βιογραφικό, πέρασε από συνέντευξη με τη σύμφωνο γνώμη του Υπουργείου Οικονομικών που είχε τοποθετηθεί θετικά στην προοπτική απόσπαση δικού του στελέχους, αλλά ήταν δική της πρωτοβουλία. Δεν ενδιαφέρθηκε κάποιος άλλος γι’ αυτή τη θέση. Κατ’ ακρίβεια έχω την εντύπωση ότι θα μπορούσε κάποιος να κάνει και προσφυγή αν είχε αδικηθεί". 

Ερωτηθείς τι αποφάσισε το Υπουργικό Συμβούλιο για όσους παρανομούσαν βάσει του νόμου του 2015 ή και για άλλους που παρανομούσαν προηγουμένως χωρίς να υπάρχει νομοθετική ρύθμιση, ο ΥΠΟΙΚ σημείωσε: "Νομοθετική ρύθμιση υπήρχε και πριν από το 2015. Υπήρχε ο νόμος του 1990 που επέτρεπε τη συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων σε πολιτικά κόμματα αλλά μόνο με την ιδιότητα του απλού μέλους, ασχέτως κλίμακας. Ακούω ισχυρισμούς ότι ο τάδε ήταν σε κλίμακα Α5 και ότι δεν παραβίαζε τη νομοθεσία. Επομένως, πριν το 2015 ήταν όλοι παράνομοι. Δεν μπορώ να το περιγράψω πιο απλά. Αυτό που διευκρινίστηκε μέσα από τις δύο γνωματεύσεις που έχω ζητήσει και τις οποίες έθεσα χθες ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι ότι γι’ αυτές τις περιπτώσεις, ασχέτως αν μετά είχαν εξασφαλίσει άδεια, ασχέτως αν είναι σε χαμηλότερη κλίμακα και συνεπώς σήμερα μπορούν και χωρίς άδεια να κατέχουν θέση, ασχέτως αν έχουν εγκαταλείψει τη θέση που είχαν σε πολιτικό κόμμα κλπ., ο Γενικός Εισαγγελέας διευκρινίζει ότι είναι υποχρέωσή μας, ως αρμόδιες αρχές, είναι για όσες περιπτώσεις έχουν έρθει στην αντίληψή μας. Υπάρχουν αρκετές δεκάδες στην αντίληψή μας αλλά σίγουρα δεν είναι όλοι. Εδώ τίθεται ένα ζήτημα και γι’ αυτό θα διαβιβάσω αυτή τη θέση της Κυβέρνησης προς τα πολιτικά κόμματα - μέσω της Βουλής υποθέτω – πως κατ’ ακρίβεια, αφού έτσι λέει ο Νόμος και ο Γενικός Εισαγγελέας και αφού πρέπει όλοι να δείξουμε ότι εμπράκτως σεβόμαστε τη νομοθεσία και τους θεσμούς και για να αποφύγουμε την εφαρμογή της νομοθεσίας σε 60-70 δημόσιους υπαλλήλους που έχουν τεθεί υπόψη μας αλλά δεν είναι όλοι".

Σε ερώτηση γιατί δεν ζητά γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα να εξετάσει αν ο νόμος του 2015 είναι αντισυνταγματικός, ο ΥΠΟΙΚ ανέφερε: "Ίσως πρέπει να γίνει έτσι. Αν όμως εγώ ήμουν στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα και μου ζητούσαν να γνωματεύσω για έναν νόμο και παρατηρούσα ότι ήταν αντισυνταγματικός, θα το υποδείκνυα. Επισημαίνω ότι η εκτελεστική εξουσία δεσμεύεται από τις γνωματεύσεις του Γενικού Εισαγγελέα. Το Υπουργικό Συμβούλιο τις αποδέχεται και θα τις εφαρμόσει, αλλά δεν θεωρώ σωστό αυτή η εφαρμογή να καλύψει μόνο μερικές δεκάδες άτομα. Από την πρώτη στιγμή είχα επισημάνει ότι εδώ θα είχαμε καταλήξει. Είτε μου αρέσει είτε όχι το γεγονός ότι δημόσιοι υπάλληλοι είναι και στελέχη κομμάτων, ξέρουμε ότι η Βουλή αποφάσισε ότι με νόμο δικαιούνται. Πρέπει να σας πω ότι και το Υπουργικό Συμβούλιο το 2013 είχε τοποθετηθεί θετικά στο αν θα έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι αυτό το δικαίωμα, όμως η Βουλή το ρύθμισε με ξεκάθαρο τρόπο και δικαιούνται. Το ζητούμενο πάντως είναι ότι τώρα πρέπει να πάμε να εφαρμόσουμε τις πρόνοιες του προηγούμενου νόμου και να βρούμε όλους αυτούς που ήταν σε παράβαση και να υποστούν την πειθαρχική διαδικασία".