Από τη Νένα Μαλλιάρα

Έντονη κινητικότητα και κατακόρυφη αύξηση ενδιαφέροντος για τη δημιουργία θέσεων σε ελληνικά assets, εκδηλώνουν το τελευταίο διάστημα οι ξένοι επενδυτές, με επίκεντρο τις ελληνικές επιχειρήσεις. Το ενδιαφέρον για τις τελευταίες εντοπίζεται όχι μόνο σε υπερχρεωμένες υπό αναδιάρθρωση επιχειρήσεις, αλλά και σε υγιείς, όπου σύμφωνα με πληροφορίες του "Κεφαλαίου", θα ήταν επιθυμητή η απόκτηση ποσοστών της τάξεως του 10%.

Διεθνή επενδυτικά funds, όπως τα Third Point, Baupost, Apollo, Blackstone, Centerbridge, Cerberus, Fortress, Eaglevale Partners, Marathon Asset Management, Bain & Company και ιδίως τα Oaktree, LoneStar και York Capital, καθώς επίσης και το KKR, που έχει ήδη θέση στην ελληνική αγορά, είναι αυτά που, σύμφωνα με τις πληροφορίες του "Κ", μελετούν πιο επισταμένως την ελληνική πραγματικότητα.

Ευρύτερα, το γενικότερο ενδιαφέρον των ξένων για τις επικείμενες ανακατατάξεις στον ελληνικό επιχειρηματικό χάρτη υποδαυλίζεται από την προοπτική εξόδου της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές ύστερα από την πάροδο τριετίας – μια προοπτική που φημολογείται εντόνως ότι είναι του αμέσου χρονικού ορίζοντα ώστε να αξιοποιήσει τη διογκούμενη "όρεξη" των επενδυτών.

Το ενδιαφέρον των ξένων αναμένεται να γίνει ακόμη πιο απτό όταν υπάρξουν περαιτέρω κινήσεις στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, δίνοντας το σήμα στις αγορές ότι προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις και αλλάζει στην πράξη το κλίμα για τις επενδύσεις.

Τα μηνύματα της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας έχουν αποδέκτες τις τράπεζες και βεβαίως την ίδια την κυβέρνηση. Προς την κατεύθυνση αυτή, στο πρόσφατο ταξίδι του στις ΗΠΑ, ο υπουργός Οικονομίας Δημ. Παπαδημητρίου είχε, σύμφωνα με τις πληροφορίες του "Κ", επαφές αμιγώς με Αμερικανούς επενδυτές, και όχι με την ελληνοαμερικανική επενδυτική κοινότητα όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος.

Παράλληλα, ενώ ο σχεδιασμός του ταξιδιού προέβλεπε επιστροφή στην Αθήνα, μεσολάβησε σταθμός στο Λονδίνο προκειμένου να υπάρξουν και εκεί συναντήσεις με ξένους επενδυτές. Το αυξημένο ενδιαφέρον των τελευταίων έγινε αισθητό πρόσφατα και με την έκδοση των εντόκων γραμματίων εξάμηνης διάρκειας του ελληνικού Δημοσίου, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες του "Κ", ξένες τράπεζες κάλυψαν το 30% της έκδοσης, ύστερα από χρόνια απουσίας ενδιαφέροντος.

Το ίδιο επαναλήφθηκε και με την έκδοση των τρίμηνων εντόκων αυτή την εβδομάδα, όπου οι ξένοι κάλυψαν το 59% της έκδοσης.

Όλο αυτό το κλίμα, που φαίνεται να φέρνει την Ελλάδα θετικά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ξένων επενδυτών, στηρίζεται αφενός στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και στις προοπτικές που δημιουργεί, αφετέρου στο ότι διεθνώς "λεφτά υπάρχουν". Η ύπαρξη ρευστότητας και η αναζήτηση ευκαιριών δεν μπορούν πλέον να αφήσουν την Ελλάδα εκτός "μικροσκοπίου" των ξένων επενδυτών, με τους τελευταίους να θεωρούν μάλλον ως ρίσκο το να μην προνοήσουν για δημιουργία θέσεων σε ελληνικά assets. Στο πλαίσιο αυτό, βολιδοσκοπούν πρωτίστως τις ελληνικές επιχειρήσεις όπου αναμένονται μεγάλες ανακατατάξεις λόγω των αναδιαρθρώσεων υπερχρεωμένων εταιρειών.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του "Κ", στις επαφές τους με τράπεζες και deal makers, οι ξένοι επενδυτές δηλώνουν ενδιαφέρον για εμπλοκή τους σε επιχειρήσεις που βρίσκονται ή θα τεθούν σε αναδιάρθρωση, αλλά και σε υγιείς επιχειρήσεις όπου επιδιώκουν να αποκτήσουν καταρχήν ποσοστά της τάξεως του 10%.

Όπως έχει γράψει το "Κ", οι αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων θα είναι ο κύριος πόλος των δράσεων των τραπεζών για τη μείωση των "κόκκινων" δανείων, με συνέπεια να αναμένεται "τσουνάμι" εξελίξεων που θα διογκωθεί το 2018 και 2019, οπότε και η στοχοθεσία για τα NPLs είναι πολύ πιο απαιτητική.

Ο ξενοδοχειακός κλάδος

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του "Κ", ο επιχειρηματικός κλάδος όπου θα υπάρξουν συντονισμένες και μαζικές κινήσεις από πλευράς τραπεζών θα είναι ο ξενοδοχειακός. Οι τραπεζίτες κάνουν λόγο για μπαράζ καταγγελιών και αναδιαρθρώσεων ξενοδοχειακών δανείων από το τέλος Οκτωβρίου 2017 μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 2018, δηλαδή τη "νεκρή" τουριστική περίοδο, με πολλές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να τίθενται σε ειδική διαχείριση.

Ο κλάδος του τουρισμού, πέραν του ότι είναι καίριος για την ελληνική οικονομία και συγκεντρώνει υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον, παρουσιάζει και πολύ υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Ο ίδιος ο διοικητής της ΤτΕ, Γ. Στουρνάρας, μιλώντας στα τέλη του 2016 στο επίσημο δείπνο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων στο πλαίσιο του συνεδρίου του ΣΕΤΕ για την πορεία του ελληνικού τουρισμού, είχε επισημάνει ότι το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στις επιχειρήσεις που σχετίζονται με τον τουρισμό – καταλύματα και δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης ανέρχεται σε 54,3%.

Πρόκειται για ποσοστό πολύ υψηλότερο του αντίστοιχου δείκτη των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του συνόλου της οικονομίας που κινείται στο 45,1%, τη στιγμή που ο τομέας του τουρισμού είναι αυτός που έχει πληγεί λιγότερο από την κρίση. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα με τον τουρισμό αύξησαν το μερίδιό τους τόσο σε όρους προστιθέμενης αξίας, όσο και στην απασχόληση.

Παράλληλα, όμως, αύξησαν και το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους επί του συνόλου των δανείων τους, γεγονός που υποδεικνύει στις τράπεζες ότι ο κλάδος του τουρισμού κρύβει πολλούς στρατηγικούς κακοπληρωτές για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει πλέον ανοχή.

Σύμφωνα με πληροφορίες, έναντι συνολικού δανεισμού περίπου 12 δισ. ευρώ στον κλάδο του τουρισμού, περίπου 4 δισ. ευρώ είναι δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών και μάλιστα ανήκουν σε ισχυρούς ξενοδοχειακούς ομίλους.

Διευρυμένο ενδιαφέρον

Οι εξελίξεις στον εγχώριο επιχειρηματικό χάρτη και το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών δεν θα περιοριστούν βεβαίως σε έναν κλάδο. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν βάλει στο μικροσκόπιο 70 περιπτώσεις μεγάλων επιχειρήσεων με δάνεια της τάξεως των 8 δισ. ευρώ, ενώ μελετούν επίσης και τρόπους κοινής αντιμετώπισης επιχειρηματικών δανείων μικρότερου ύψους.

Το φάσμα της επικείμενης δράσης για την εξυγίανση και ανασύνταξη της εγχώριας επιχειρηματικότητας περιλαμβάνει όλους τους κλάδους της οικονομίας, με αιχμή τον τουρισμό, τα τρόφιμα-ποτά, την υγεία-φάρμακα, τις μεταφορές, τις ιχθυοκαλλιέργειες και το εμπόριο.

Πρόκειται για κλάδους με επιχειρήσεις όπου οι τράπεζες διαπιστώνουν περιθώρια παρεμβάσεων για τη διάσωσή τους. Τα συγκεκριμένα μεγάλα "κόκκινα" επιχειρηματικά δάνεια αποτελούν μέρος ενός υποσυνόλου δανείων που ανήκουν σε 21 επιχειρηματικούς κλάδους, αυξημένης σπουδαιότητας για την οικονομία, δεδομένων της συμβολής τους στην προστιθέμενη αξία του ΑΕΠ, της επίπτωσής τους στην απασχόληση και του χαρακτήρα τους (εξαγωγικού ή μη).

Υπενθυμίζεται ότι βάσει μελέτης της McKinsey που είχε εκπονηθεί για λογαριασμό του ΤΧΣ και προκειμένου να δοθούν κατευθυντήριες γραμμές στις τράπεζες για το πώς θα χειριστούν τα προβληματικά μεγάλα επιχειρηματικά τους ανοίγματα, 168 όμιλοι με 820 επιχειρήσεις, οι οποίοι έχουν περίπου 11 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα επί συνολικής δανειακής έκθεσης περίπου 15 δισ. ευρώ, θα μπορούσαν να αναδιαρθρωθούν με έναν κοινό μηχανισμό των τραπεζών. Συμπερασματικά, αυτές οι 820 επιχειρήσεις θα αποτελέσουν δυνητικά και το ευρύ πεδίο ενδιαφέροντος των ξένων επενδυτών.

Τα "κύματα" των επενδυτών

Η είσοδος των ξένων επενδυτών στην ελληνική αγορά δεν πρόκειται να γίνει εξαρχής με την κατηγορία των στρατηγικών επενδυτών. Όπως εξηγούν στο "Κ" στελέχη τραπεζών με γνώση των κινήσεων των ξένων επενδυτών, αρχικά αναμένονται επενδυτές με αυξημένη κατανόηση της ανάληψης κινδύνου, οι οποίοι θα τοποθετηθούν πιο βραχυπρόθεσμα, στοχεύοντας σε ετήσιες αποδόσεις της τάξεως του 20% - 25%.

Οι επενδυτές αυτοί βγαίνουν από την επένδυσή τους σε ορίζοντα 3-5 ετών –στην πράξη ο ορίζοντας αυτός στενεύει στα 2-4 χρόνια–, πουλώντας στο δεύτερο "κύμα" επενδυτών, στα private equities, τα οποία αποβλέπουν σε αποδόσεις της τάξεως του 12%-17%. Τους επενδυτές αυτούς διαδέχονται οι στρατηγικοί, οι οποίοι προσδοκούν σε αποδόσεις της τάξεως του 8%-12% και είναι οι τελευταίοι που μπαίνουν σε μια αγορά, όταν αυτή παρουσιάζει σαφείς προοπτικές ανάπτυξης.

Όπως αναφέρουν στο "Κ" στελέχη της τραπεζικής αγοράς, το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για ελληνικές επιχειρήσεις θα είχε ήδη λάβει σάρκα και οστά, εάν το εγχώριο επιχειρείν λειτουργούσε με βάση διεθνώς ισχύουσες πρακτικές.

Πρακτικές που διασφαλίζουν τον υγιή ανταγωνισμό και δεν επιτρέπουν τη στρέβλωσή του από τη λειτουργία ουσιαστικά πτωχευμένων εταιρειών που συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται από τις τράπεζες. Οι τελευταίες έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη σταδιακή επιδείνωση της κατάστασης των ελληνικών επιχειρήσεων.

Οι ίδιοι οι τραπεζίτες παραδέχονται στο "Κ" ότι και από πλευράς τραπεζών οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων για προβληματικές επιχειρήσεις υπήρξαν εξαιρετικά αργές, τόσο εξαιτίας των πολύπλοκων εσωτερικών δομών των τραπεζών, όσο κυρίως της απουσίας συνεργασίας μεταξύ όλων των τραπεζών που αποτελούν κοινούς πιστωτές στην πλειοψηφία των επιχειρήσεων.

Η επιδείνωση των επιχειρήσεων εξέλαβε τις σημερινές τεράστιες διαστάσεις της κατόπιν της πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας από το 2015 και της απροθυμίας – καθυστέρησης της κυβέρνησης να επιβάλει τις "βίαιες" κινήσεις εξυγίανσης του επιχειρηματικού τοπίου που είναι αναπόφευκτες προκειμένου να υπάρξει restart της ελληνικής οικονομίας.

Τα επιχειρηματικά δάνεια

Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις ανέρχονται σε 144,5 δισ. ευρώ και αποτελούν το 60,8% της συνολικής χρηματοδότησης των ελληνικών εμπορικών τραπεζών. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο επηρεάζεται κυρίως από το υψηλό ποσοστό των "κόκκινων" δανείων στην κατηγορία των μεγάλων και μικρομεσαίων (40,1%) και των πολύ μικρών επιχειρήσεων (68,3%).

Σχετικά με τη διάρθρωση των χρηματοδοτήσεων στους κλάδους της ελληνικής Οικονομίας, το 20% των συνολικών χρηματοδοτήσεων προς επιχειρήσεις έχουν δοθεί σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο του εμπορίου, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων για τον εν λόγω κλάδο να βρίσκεται σε επίπεδο άνω του μέσου όρου του αντίστοιχου δείκτη των επιχειρηματικών ανοιγμάτων (59,7%, έναντι 44,6%).

Πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρατηρούνται στους κλάδους της εστίασης (79,9%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (58,7%), των τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και ενημέρωσης (68%), της μεταποίησης (47%) και των κατασκευών (54,8%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται ενδεικτικά στους κλάδους της ενέργειας (5%), της δημόσιας διοίκησης (0,6%) και των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (26,4%). 

*Αναδημοσίευση από το "Κεφάλαιο" που κυκλοφορεί.