Τις δύο αιτίες που κρατούν χαμηλά τα τουριστικά έσοδα στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τις ανταγωνίστριες χώρες της Μεσογείου, αλλά έναν επενδυτικό σχεδιασμό που θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις εισπράξεις τα επόμενα χρόνια καταγράφει η έρευνα που δημοσίευσε η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας για τον κλάδο των ξενοδοχείων.

Σύμφωνα με τη μελέτη,  την τελευταία δεκαετία η μέση τουριστική δαπάνη κυμαίνεται κοντά στα 70 ευρώ, χαμηλότερα δηλαδή κατά περίπου 15% σε σχέση με το μέσο όρο των ανταγωνιστών.  Ένας λόγος για αυτό είναι η ποιοτική σύνθεση των τουριστών, καθώς έχει αυξηθεί το μερίδιο αφίξεων από τη νοτιοανατολική Ευρώπη (σε 11% το 2016 από 4% το 2005) εν μέρει εξαιτίας της σταδιακής βελτίωσης των σχετικών υποδομών οδικής σύνδεσης, όπως η Εγνατία Οδός και οι νέοι συνοριακοί σταθμοί, αλλά και της αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος στις χώρες αυτές. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των τουριστών υψηλού εισοδήματος μειώθηκε σε 23% το 2016 από 27% το 2008.

Ταυτόχρονα,  η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων και οι συνθήκες υψηλής πολιτικής αβεβαιότητας το καλοκαίρι του 2015 στην Ελλάδα οδήγησαν τα ξενοδοχεία να διαπραγματευτούν υπό συνθήκες πίεσης με τα πρακτορεία για τα πακέτα του 2016, με αποτέλεσμα οι τιμές τους να περιοριστούν κατά 8%. Πέρα από την υψηλή αβεβαιότητα των ξενοδόχων που τους ώθησε σε early bookings με χαμηλές τιμές, η αστάθεια στην Τουρκία (σε συνδυασμό με τις αυξημένες μεταναστευτικές ροές) δημιούργησαν περαιτέρω πιέσεις και στις κρατήσεις μεμονωμένων τουριστών, με αποτέλεσμα οι τιμές των διαδικτυακών πωλήσεων να περιοριστούν κατά 10% το 2016 (16% για την περίοδο υψηλής ζήτησης) συμπαρασύροντας σε αντίστοιχη πτώση τις συνολικές τιμές του κλάδου.

Ο δεύτερος παράγοντας που- όπως επικαλείται η μελέτη της ΕΤΕ- επηρεάζει σημαντικά τα τουριστικά έσοδα, είναι η υψηλή εποχικότητα των προορισμών, με άνω των 3/4 των διανυκτερεύσεων να αφορούν την περίοδο Ιουνίου– Σεπτεμβρίου (έναντι 60% για ανταγωνιστικούς προορισμούς). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η πληρότητα έτους στο 27% (έναντι 40% για τους ανταγωνιστές) και η απόδοση των τουριστικών υποδομών, η οποία είναι 8% χαμηλότερη σε όρους λειτουργικής κερδοφορίας ανά μονάδα παγίων (παρά τη στήριξη της κερδοφορίας από τις υψηλές τιμές των καλοκαιρινών μηνών).

Σύμφωνα με τη μελέτη, η διεύρυνση της τουριστικής περιόδου στα πρότυπα των άμεσα ανταγωνιστικών προορισμών, σε συνδυασμό με η προσέλκυση επισκεπτών υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου, θα μπορούσε να αυξήσει τις τουριστικές εισπράξεις κατά 5 δισ. ευρώ ετησίως, μια αύξηση 40% σε σύγκριση με τα παρόντα δεδομένα των εσόδων από τον Τουρισμό.  

Η αρχή έχει γίνει, αφού την περίοδο 2008-2016 καταγράφηκε αύξηση κλινών κατά 10%, με περισσότερο από το 80% των νέων κλινών να αφορούν ξενοδοχεία 4-5 αστέρων, διαμορφώνοντας το συνολικό τους μερίδιο στο 43% των κλινών το 2016, έναντι 37% το 2008. Εντούτοις ο αριθμός των κλινών πέντε και τεσσάρων αστέρων δεν επαρκεί για να καλυφθεί η ζήτηση από πελάτες υψηλού εισοδηματικού επιπέδου και συνεπώς απαιτούνται επιπλέον επενδύσεις.

Οι απαιτούμενες επενδύσεις για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής είναι σωρευτικά 6 δισ. ευρώ σε ξενοδοχεία και 16 δισ. ευρώ σε λοιπές τουριστικές υποδομές (οδικοί άξονες, λιμάνια, αεροδρόμια, αξιοποίηση αρχαιολογικών χώρων κτλ.). Οι παραπάνω υποδομές θα μπορούσαν, όπως σημειώνει η ΕΤΕ, να ολοκληρωθούν σε ορίζοντα πενταετίας, αν οι ετήσιες τουριστικές επενδύσεις επιστρέψουν κοντά στο προ κρίσης επίπεδό τους.

Στη μελέτη αναφέρεται επίσης πως η διεύρυνση της τουριστικής περιόδου, ώστε οι μήνες χαμηλής ζήτησης να καλύπτουν ποσοστό αντίστοιχο με των ανταγωνιστών (64% των διανυκτερεύσεων, από 56% το 2016 στην Ελλάδα), θα οδηγούσε σε αύξηση των διανυκτερεύσεων (και άρα των εισπράξεων) κατά 22%.

Όσον αφορά τις προοπτικές για τη φετινή σεζόν, η πορεία των τιμών διαγράφεται ανοδική, με τα μικρομεσαία ξενοδοχεία να εκτιμούν αύξηση 3% την περίοδο υψηλής ζήτησης και τις τιμές διαδικτυακών κρατήσεων στο σύνολο των ξενοδοχείων για τους καλοκαιρινούς μήνες του 2017 να εμφανίζονται αυξημένες κατά 11% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2016. Η Ισπανία επίσης εμφανίζει ανοδικές τιμές (κατά 13% για τους καλοκαιρινούς μήνες του 2017) και συνεχώς αυξανόμενη πληρότητα (49% το 1ο τρίμηνο του 2017 από 45% το 1ο τρίμηνο του 2016), ενώ η Τουρκία από την άλλη πλευρά συνεχίζει να δέχεται ακόμα πιέσεις (με τις τιμές σε ευρώ να περιορίζονται κατά 9% τους καλοκαιρινούς μήνες του 2017 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2016).

Βασιλική Κουρλιμπίνη
vicky.kourlibini@capital.gr