Του 

Ανεπηρέαστοι από τις προειδοποιήσεις, κυρίως από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της ηχηρής "καμπάνας" του Economist ότι η Τουρκία κινδυνεύει να "διολισθήσει σε δικτατορία" - οι ψηφοφόροι ενέκριναν την Κυριακή την πρόταση του δημοψηφίσματος για διεύρυνση των εξουσιών του Προέδρου Recep Tayyip Erdogan μέσω συνταγματικής αναθεώρησης. Κρίνοντας από κάποιες από τις συνεντεύξεις των ψηφοφόρων, μια από τις κινητήριες δυνάμεις αυτού του αποτελέσματος ήταν η ελπίδα του τουρκικού εκλογικού σώματος ότι η ισχυρότερη ηγεσία μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα, ασφάλεια και ευημερία.

Το φαινόμενο αυτό έχει παρατηρηθεί και σε άλλες χώρες και είναι πιθανό να συνεχίσει να επιδρά τους επόμενους μήνες. Ως εκ τούτου, ούτε οι αγορές ούτε οι πολιτικοί επιστήμονες πρέπει να υποτιμούν αυτό που κάποιοι ψηφοφόροι είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν και να ρισκάρουν στην προσπάθειά τους για μεγαλύτερη εθνική δύναμη -μια εξέλιξη που εγείρει ενδιαφέροντα εγχώρια και παγκόσμια θέματα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των επερχόμενων προεδρικών εκλογών στην Γαλλία.

Με 51,4% των ψήφων υπέρ του και ένα ποσοστό συμμετοχής της τάξης του 85%, ο Erdogan έχει πλέον ευρύτερες αρμοδιότητες σε θέματα νομοθεσίας, χρηματοδότησης, διορισμών και κοινωνίας των πολιτών. Η νίκη του έρχεται σε μια εποχή ρευστών εξελίξεων στην περιφέρεια, συμπεριλαμβανομένων των συγκρούσεων στη Συρία, σε συνδυασμό με την αυξημένη ένταση στις ήδη τεταμένες σχέσεις της χώρας με τη Δυτική Ευρώπη.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα δώσει θάρρος στην τουρκική κυβέρνηση: οι πρώτες ενέργειες μετά την ψηφοφορία περιλάμβαναν την παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τρεις μήνες αλλά και την πιθανότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Αλλά παράλληλα δημιουργεί ένα ωστικό κύμα στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Αξιοποιώντας τις διάφορες αναφορές που έγιναν για παρατυπίες, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης των εξωτερικών παρατηρητών οι οποίοι σημείωναν ότι το δημοψήφισμα υπολειπόταν των διεθνών προτύπων, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αμφισβητούν τη νομιμότητα του αποτελέσματος. Το γεγονός ότι οι τρεις κύριες πόλεις της Τουρκίας ψήφισαν "όχι" θεωρείται από ορισμένους ως ένδειξη ότι υπάρχει ανάγκη για επιφυλακτική στάση απέναντι στην κυβέρνηση. Εν τω μεταξύ, σε μια σειρά ασυνήθιστων δηλώσεων, υψηλόβαθμοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίδας Καγκελαρίου Angela Merkel, έχουν προειδοποιήσει την κυβέρνηση να μην βγάζει μεγάλα συμπεράσματα από μια ψηφοφορία που θεωρούν ότι απεικονίζει μια βαθιά διάσπαση στην Τουρκία.

Αλλά όλα αυτά είναι απίθανο να αποτρέψουν την τουρκική κυβέρνηση από το να βγάλει παρόμοια συμπεράσματα με αυτά που έβγαλε ο Πρόεδρος Donald Trump από την εκλογική του νίκη ή η βρετανική κυβέρνηση από το δημοψήφισμα για το Brexit: ότι αναστατωμένοι και κατά καιρούς, θυμωμένοι πολίτες αναζητούν ισχυρότερη ηγεσία για να πάρουν ξανά τη μοίρα τους στα χέρια τους. Και αυτό έρχεται σε μια εποχή "ασυνήθιστης αβεβαιότητας" τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Το πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση, θα εξαρτηθεί τόσο από το πόσο εποικοδομητικά η τουρκική κυβέρνηση, και ο Erdogan ειδικότερα, θα χρησιμοποιήσουν τις νέες συνταγματικές εξουσίες. Εν τω μεταξύ, τόσο οι αγορές, όσο και οι πολιτικοί επιστήμονες πρέπει να θυμούνται ότι αυτό που συνέβη στην Τουρκία την Κυριακή είναι εν μέρει μια απεικόνιση ενός ευρύτερου παγκόσμιου φαινομένου: ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων δείχνουν ότι είναι πρόθυμοι να αναλάβουν κινδύνους προκειμένου να επιλέξουν την υπόσχεση για μια ισχυρότερη ηγεσία που θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη σταθερότητα και ασφάλεια. Και φαίνονται διατεθειμένοι να το πράξουν, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται την αποδυνάμωση των ελέγχων και εξισορροπήσεων (checks and balances), τροφοδοτώντας πιθανότατα την πολιτική κουλτούρα της μιας προσωπικότητας που ίσως αυξήσει ακόμη και την απειλή μιας ενδεχόμενης ολίσθησης σε μεγαλύτερο αυταρχισμό.

Το φαινόμενο αυτό πιθανότατα θα δοκιμαστεί και πάλι στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία στις 23 Απριλίου. Ήδη, οι τρεις υποψήφιοι που στρέφονται κατά του κατεστημένου -η Marine Le Pen του Εθνικού Μετώπου, ο Jean-Luc Mélenchon της άκρας αριστεράς, και ο Εmmanuel Macron, ο οποίος ανήκει σε ένα αυτο-ανακηρυχθέν νέο κίνημα- έχουν ταρακουνήσει την πολιτική της χώρας. Κατά τη διαδικασία αυτή, έχουν αφήσει πίσω τους μυημένους Francois Fillon και Benoit Hamon, οι οποίοι έπεσαν πάνω στον "τοίχο" των δικών τους αποφάσεων.

Τα συμπεράσματα από το δημοψήφισμα της Τουρκίας αναδεικνύουν πιο έντονα το ενδεχόμενο να κερδίσει ένας από τους αντισυμβατικούς υποψήφιους στη Γαλλία. Αυτό δεν αφορά μόνο τον πρωτοπόρο Macron. Υπάρχει και πιο χαμηλός, αλλά ακραίος κίνδυνος που ακούει στο όνομα Le Pen ή Mélenchon.