Του Leonid Bershidsky

Τα συνεχιζόμενα νομικά προβλήματα του Ανδρέα Γεωργίου, του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, της στατιστικής υπηρεσίας της Ελλάδας, μας δείχνουν πως τα οικονομικά στατιστικά απέχουν πολύ από το να είναι ένα βαρετό ζήτημα που αφορά μόνο λίγους, καθώς μπορούν να μετατραπούν σε ένα έντονο πολιτικό θέμα. Διαφορετικές ερμηνείες των λογιστικών κανόνων μπορούν να οδηγήσουν σε διαμετρικά αντίθετες πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες με τη σειρά τους μπορούν να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης- και μάλιστα με απρόβλεπτο τρόπο- σχετικά με την εγκυρότητα των επίσημων στοιχείων.

Ο Γεωργίου βρίσκεται σε διαμάχη με τις ελληνικές δικαστικές αρχές από το 2011, έναν χρόνο μετά τη δημιουργία της ΕΛΣΤΑΤ, κίνηση η οποία προκάλεσε μεγάλη κόντρα ανάμεσα στις παλιές ελληνικές στατιστικές υπηρεσίες και την Eurostat, η οποία συγκεντρώνει τα στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Eurostat κατά τα έτη 2004 και 2010 είχε παρουσιάσει δύο αναφορές με τις οποίες "κατακεραύνωνε" την ποιότητα των στατιστικών στοιχείων της Ελλάδας. Και στις δύο αναφερόταν ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις συνεχώς υποβάθμιζαν το κρατικό χρέος και τα ελλείμματα της χώρας, μεγέθη τα οποία ήταν αλληλένδετα με τη χαμηλή ποιότητα των σχετικών δεδομένων και που σύμφωνα με την Eurostat ήταν εσκεμμένως παραπλανητικά. Οι Έλληνες στατιστικολόγοι ήταν απρόθυμοι να καταγράψουν κάποιες έμμεσες κυβερνητικές δαπάνες, όπως τις εγγυήσεις των χρεών των κρατικών επιχειρήσεων, ενώ ήταν υπεραισιόδοξοι στον τομέα των φορολογικών εσόδων. Παρόλα αυτά η Ελλάδα έγινε δεκτή στο ευρώ με βάση τα μη ακριβή στατιστικά της στοιχεία.  

Ο Γεωργίου, ο οποίος στο παρελθόν εργαζόταν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κλήθηκε να στήσει μια στατιστική υπηρεσία η οποία θα συνεργαζόταν με τους εταίρους της Ελλάδας, δηλαδή το ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι μόλις είχαν συμφωνήσει τη συμμετοχή τους στο πρώτο πρόγραμμα διάσωσης της χώρας. Οι πιστωτές χρειαζόντουσαν ακριβή νούμερα για την παρακολούθηση της υλοποίησης του προγράμματος. Ο Γεωργίου έπιασε δουλειά και τον Νοέμβριο του 2010 ανακοίνωσε ότι μετά από επανϋπολογισμό, το έλλειμμα του 2009 ήταν 15,4% του ΑΕΠ και όχι 13,6%. Όμως δεν είχε καταλάβει τη σοβαρότητα της κόντρας που ξέσπασε, τόσο με το επταμελές διοικητικό συμβούλιο της ΕΛΣΤΑΤ, όσο και κάποια από τα μέλη της υπηρεσίας, που αντέδρασαν στα στοιχεία που έδειχναν τόσο μεγάλη απόκλιση.   

Το 2011 η Ζωή Γεωργαντά, ένα από τα μέλη του συμβουλίου που βρισκόταν απέναντι από τον Γεωργίου, τον κατηγόρησε ότι φούσκωσε το έλλειμμα του 2009 έτσι ώστε το ΔΝΤ και η Ε.Ε να προβούν σε "αχρείαστα δάνεια" προς την Ελλάδα και να αναλάβουν την οικονομική διακυβέρνηση της, επιβάλλοντας λιτότητα στη χώρα. Σύμφωνα με την Γεωργαντά, η οποία είναι υπέρ της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, η ιδέα ήταν "να σωθούν οι Γαλλικές και Γερμανικές τράπεζες, φορτώνοντας αβάσταχτα χρέη στον ελληνικό λαό". Η ίδια ισχυρίστηκε ότι με βάση τους λογιστικούς κανόνες της Ε.Ε, το πραγματικό έλλειμμα της Ελλάδας είναι μικρότερο από το 4% του ΑΕΠ, συμπληρώνοντας ότι ο Γεωργίου δεν θα έπρεπε να συμπεριλάβει 17 δημόσιες επιχειρήσεις στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης.       

Έκτοτε η Eurostat έχει επανειλημμένα επαληθεύσει τόσο τη μεθοδολογία του Γεωργίου, όσο και τα αποτελέσματά του, ενώ στο πλευρό του βρίσκεται και η παγκόσμια κοινότητα στατιστικολογίας, συνεισφέροντας ακόμα και στα έξοδα για τις δικαστικές διαμάχες του. Επίσης, ακόμα και το έλλειμμα του 13,6% του ελληνικού ΑΕΠ, του αριθμού που ήταν αποδεκτός πριν την έλευση του Γεωργίου, ήταν αρκετό για να οδηγήσει τη χώρα σε πρόγραμμα διάσωσης. Όμως σύμφωνα με την Γεωργαντά και τους κατήγορους που ασπάστηκαν τους ισχυρισμούς της και παρέπεμψαν τον Γεωργίου (με την κατηγορία ότι εργάστηκε κατά των ελληνικών συμφερόντων), αυτό ήταν άσχετο. Εάν όλο αυτό ήταν απλά μια διαμάχη σχετικά με λογιστικές μεθόδους, θα είχε τελειώσει προ πολλού, τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο και στην δημόσια συζήτηση. Θα ήταν αρκετή- κυρίως- η άποψη της Eurostat, για την επικύρωση των στοιχείων του Γεωργίου. Όμως η υπόθεση συνεχίζει να σέρνεται επειδή αφορά την σύγκρουση δύο εκδοχών της Ελλάδας: Η μια την απεικονίζει ως μια χώρα που ατύχησε, που κακοκυβερνήθηκε και τώρα βρίσκεται στην επιτήρηση της Ε.Ε. Στην άλλη εκδοχή, η Ελλάδα είναι ένα θύμα του διεθνούς τραπεζικού συστήματος και των "λακέδων" του (ΔΝΤ και Ε.Ε), και θα είχε γλυτώσει από τη μέγγενη τους αν δεν είχε προδοθεί από άτομα σαν τον Γεωργίου.  

Δεν παίζει κανέναν ρόλο ότι η μη εγγραφή των χρεών των δημόσιων επιχειρήσεων στον προϋπολογισμό δεν είναι εφικτή, ότι οι διεθνείς πιστωτές της Ελλάδας αναγκάστηκαν σε "κούρεμα" χρέους ή ότι οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης αντιμετώπισαν πολιτικές αναταραχές σχετικά με το ύψος της ελληνικής διάσωσης, το οποίο ήταν κυρίως μια προσπάθεια να σωθεί το ευρώ και όχι οι γαλλογερμανικές τράπεζες. Αντίθετα, πολλοί Έλληνες συμμερίζονται τις απόψεις της Γεωργαντά, οι οποίες εμπνέουν εθνική υπερηφάνεια- και αυτό αποτυπώνεται στην άποψη τους για την ΕΛΣΤΑΤ. Παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε επιδοκίμασε τις αλλαγές στον τρόπο καταγραφής των ελληνικών οικονομικών στοιχείων που έλαβαν τόπο επί Γεωργίου, μια έρευνα του Ευρωβαρόμετρου του 2015, έδειξε μια αυξανόμενη δυσπιστία του κόσμου για την στατιστική αρχή στη Ελλάδα. Το 2009, τότε που τα στοιχεία της Ελλάδας θεωρούνται ανακριβή από την Eurostat, οι έλληνες κατά πλειοψηφία εμπιστεύονταν τους στατιστικολόγους της χώρας. Όταν το 2015 η Eurostat ήταν ευτυχής από την ποιότητα των στοιχείων, η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν τα εμπιστευόταν.

Ποιος χρειάζεται καλύτερα στατιστικά;

Ακόμα και σήμερα τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία μπορεί να είναι ανακριβή: Σήμερα η ΕΛΣΤΑΤ έχει μόνο το 70% των εργαζομένων που είχε το 2010, καθώς δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει αυτούς που συνταξιοδοτήθηκαν. Αυτή η υποστελέχωση σημαίνει ότι η υπηρεσία δεν ανταποκρίνεται στα ευρωπαϊκά στάνταρτ στους τομείς των εκθέσεων και των αναλύσεων. Όμως δεν ευθύνεται αυτό για την κατάρρευση της πίστης της κοινής γνώμης στην στατιστική: Ο κόσμος μισεί αυτό που βλέπει στον "στατιστικό καθρέφτη".    

Η Eurostat σε σταθερή βάση ελέγχει τα στοιχεία τα οποία της παρέχουν οι στατιστικές υπηρεσίες των ευρωπαϊκών χωρών, τις οποίες και πιέζει έτσι ώστε να συμμορφώνονται προς στους κανόνες της. Όμως η περίπτωση της Ελλάδας δείχνει πόσο εύκολα- και τι μεγάλος πειρασμός που είναι- μια κυβέρνηση να αλλοιώσει τα νούμερα. Συχνά για να προβάλει προς τα έξω μια πιο… χαρούμενη εικόνα. Για αυτό και υπάρχουν οι επίμονες αμφιβολίες για τα οικονομικά δεδομένα της Κίνας, η διαφωνία σχετικά με τα νούμερα της ρωσικής οικονομίας και οι συζητήσεις σχετικά με την εγκυρότητα των αμερικανικών μεθόδων για τη μέτρηση της ανεργίας. Ανεξάρτητες πιστοποιήσεις των κυβερνητικών στατιστικών και ιδανικά κοινά στάνταρτ μετρήσεων, είναι απαραίτητα για να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα για το τι συμβαίνει στην παγκόσμια οικονομία.