Του Ferdinando Giugliano
 
Για μια δεκαετία, οι Αμερικανοί παρατηρούσαν την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού με ανησυχία, φοβούμενοι ότι οι κρίσεις-ντόμινο στην ευρωζώνη θα κατέστρεφαν την παγκόσμια οικονομία. Οι ρόλοι ξαφνικά αντιστρέφονται. Η Ευρώπη έχει ανακάμψει και κοιτάζει με μεγαλύτερη αισιοδοξία το μέλλον της -και επιφυλακτικά προς τη Δύση καθώς πολλοί εκτιμούν ότι η μεγαλύτερη απειλή για την ανάκαμψη της Ευρώπης θα μπορούσε να προέρχεται από την Αμερική.
 
Ο βραχυπρόθεσμος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Ευρώπη είναι ήδη ορατός στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι επενδυτές χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump να εκπληρώσει την υπόσχεσή του για φορολογικές περικοπές. Ελλείψει χαλαρότερης δημοσιονομικής πολιτικής και με τον υποτονικό πληθωρισμό να επιμένει, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα μπορούσε να διατηρήσει επιφυλακτική στάση στην προοπτική μιας νέας αύξησης των επιτοκίων φέτος. Το δολάριο, το οποίο είχε ανακάμψει απότομα μετά την εκλογή του Trump, βρίσκεται τώρα σε ελευθέρη πτώση και την προηγούμενη Τρίτη το ευρώ ενισχύθηκε πάνω από το επίπεδο των 1,20 δολ. για πρώτη φορά από τις αρχές του 2015, προτού μαζέψει κάποιες από τις απώλειές του. Ο κίνδυνος ενός ισχυρού ενιαίου νομίσματος που θα καταστήσει τις ευρωπαϊκές εταιρείες λιγότερο ανταγωνιστικές στο εξωτερικό ήδη προσθέτει πιέσεις στις μετοχές και μπορεί σύντομα να εμποδίσει την ανάπτυξη.
 
Ένα ισχυρότερο ευρώ θα μπορούσε επίσης να δυσκολέψει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο να τερματίσει το πρόγραμμα αγοράς κρατικών και εταιρικών ομολόγων για να διατηρήσει την τάση της ανάκαμψης. Ο Frederik Ducrozet, οικονομολόγος της Pictet Wealth Management, έχει υπολογίσει ότι η ανατίμηση του ευρώ κατά 5% έναντι του καλαθιού των κυριότερων παγκόσμιων νομισμάτων μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου θα αναγκάσει την κεντρική τράπεζα να περικόψει τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό του 2018 από το 1,3% στο 1,1%. Φυσικά, η ισχυρότερη ανάπτυξη θα είχε αντισταθμιστικό αποτέλεσμα, γεγονός που μπορεί να αφήσει αμετάβλητα τα σχέδια της ΕΚΤ, αλλά ακόμη και αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό εάν το ευρώ ενισχυθεί περαιτέρω.
 
Θεωρητικά, τίποτα από αυτά δεν θα πρέπει να συνιστά πρόβλημα για μια κεντρική τράπεζα: θα μπορούσε απλώς να επεκτείνει την ποσοτική χαλάρωση, συνεχίζοντας να αγοράζει την ίδια ποσότητα ομολόγων και να παρέχει περαιτέρω μέτρα τόνωσης της οικονομίας καθώς θα επιδιώκει να επιτύχει τον στόχο του πληθωρισμού. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα επιτύχει σύντομα τα δικά της αυτοεπιβαλλόμενα όρια για το πόσα ομόλογα μπορεί να αγοράσει από τις κυρίαρχες χώρες, όπως η Γερμανία. Ενώ οι φορείς χάραξης πολιτικής μπορούν θεωρητικά να αποφασίσουν να παρακάμψουν αυτούς τους περιορισμούς, για παράδειγμα αγοράζοντας περισσότερο ιταλικό και γαλλικό χρέος, μια τέτοια κίνηση θα ήταν δύσκολο να διασφαλιστεί πολιτικά. Υπάρχει ο κίνδυνος η ΕΚΤ να αποφασίσει να μειώσει πρόωρα το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, προχωρώντας σε σύσφιξη των οικονομικών συνθηκών, ενώ ο πληθωρισμός θα παραμένει χαμηλότερος του στόχου.
 
Το ασθενέστερο δολάριο δεν είναι η μόνη άμεση απειλή που οι ΗΠΑ θέτουν για την Ευρώπη. Μια άλλη είναι η εκτεταμένη οικονομική αστάθεια που συνδέεται, για παράδειγμα, με τις εντάσεις στην κορεατική χερσόνησο ή με τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης διαμάχης γύρω από το ανώτατο όριο του χρέους. Ενώ κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν συνιστούν αποκλειστικά φταίξιμο του Trump, η αναποτελεσματικότητα του Προέδρου θα επηρεάσει τους επενδυτές. Η Ευρώπη θα μπορούσε να καταλήξει στη μέση μιας θύελλας στην αγορά, τη στιγμή που οι δικές της οικονομικές προοπτικές θα φαίνονταν πιο αισιόδοξες.
 
Ούτε πρέπει να υποτιμά κανείς τους μακροχρόνιους κινδύνους. Ο κυριότερος είναι πιθανώς η απειλή ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορεί να απομακρυνθεί από τη μακροχρόνια δέσμευσή της στο διεθνές εμπόριο. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Mario Draghi της ΕΚΤ, στην ομιλία του στο συνέδριο του Jackson Hole τον προηγούμενο μήνα, επέλεξε να υπερασπιστεί τους πολυμερείς θεσμούς που διέπουν το παγκόσμιο εμπόριο. Σε μια αξιοσημείωτη επίδειξη εμπιστοσύνης, χρησιμοποίησε την ΕΕ ως παράδειγμα για το πόσο καλά οι πολυμερείς θεσμοί που λειτουργούν εύρυθμα μπορούν να αντιμετωπίσουν την αντίληψη ότι το ελεύθερο εμπόριο στις αγορές είναι αιτία ανισότητας. Μόλις πριν από μερικά χρόνια θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε έναν υπεύθυνο χάραξης νομισματικής πολιτικής να χρησιμοποιεί την Ευρώπη ως θετικό οικονομικό μοντέλο σε μία σημαντική ομιλία στις ΗΠΑ
 
Φυσικά, η ευρωζώνη έχει επίσης ευθύνες για την ευπάθειά της. Το πλεόνασμα-μαμούθ του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της νομισματικής ένωσης την καθιστά πιο ευάλωτη στις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας και των κραδασμών που προέρχονται από το εξωτερικό.
 
Σήμερα, όμως, η ευρωζώνη φαίνεται όλο και περισσότερο σαν ένας "φάρος" σταθερότητας στον πλούσιο κόσμο. Δυστυχώς δεν ελέγχει η ίδια το πεπρωμένο της. Οι ενέργειες της κυβέρνησης του Trump θα καθορίσουν αν οι ΗΠΑ θα συμβάλουν στην παγκόσμια ανάκαμψη της οικονομίας ή θα την υπονομεύσουν.